
Είναι κάποιες μέρες που ότι και να κάνεις, ότι και να σκεφτείς, ότι και να ακούσεις δεν σε ευχαριστεί, δεν σε γεμίζει. Ψάχνεις με τις ώρες να βρεις ποιον δίσκο θα βάλεις. Ανάβεις τσιγάρο. Φτιάχνεις καφέ. Σβήνεις τσιγάρο. Σηκώνεσαι. Κάθεσαι. Σκέφτεσαι. Αδειάζεις. Γεμίζεις. Βολτάρεις. Ξανακάθεσαι. Πάλι τα ίδια. Τσιγάρο. Τελειώνει το πακέτο. Περίπτερο. Κόσμος. Άδειος. Κενός. Χωρίς λόγο ύπαρξης. Χωρίς σκοπό. Ούτε καν τον σκοπό να μην κάνει τίποτα. Γιατί κι αυτός σκοπός είναι. Βαριέμαι. Δεν θέλω να κάνω τίποτα. Να σαπίσω σπίτι μόνος μου. Δεκτό. Σεβαστό. Θέλει ο άνθρωπος να αράξει να τα πει με τα μυαλά του. Ή να μην τα πει. Δεκτό. Ούτε αυτό όμως. Ούτε καν ο καφές δεν πίνεται. Γεύση τσαρούχι απ’τα τσιγάρα. Απηύδησε. Κλειδιά-λεφτά-τσιγάρα-αναπτήρας-κινητό. Κινητό? Όχι. Όχι αυτή τη φορά. Τα 4 πρώτα αρκούν. Πάμε? Που? Θα δεις… μόνος. Μαζί μου. Μαζί με “άλλους”. Δικούς μας. Μη φοβάσαι. Θα ‘μαι κ εγώ εκεί. ΦΥΓΑΜΕ!
Μα, για που? Θα δεις...
Φώτα. Πολλά. Λίγα. Αυτοκίνητα. Δροσιά. Μουσικούλα χαλαρή. Τσιγαράκι. Πάλι. Τσαρούχι. Πάλι. Το στόμα. Ξεκινάς. Σκέφτεσαι τον προορισμό. Δεν τον ξέρεις. Θα βγει. Φώτα. Κόκκινα. Πράσινα. Μερικά πορτοκαλί. Ευθείες. Στροφές. Γέφυρες. Φτάνεις. Θα μπορούσες και καλύτερα αλλά ξέρεις ότι έφτασες. Αράζεις. Στρώνεις τη γεύση σου. Με τί? Δε σου λέω. Βάλε εσύ ότι θες. Έφτιαξε πάντως. Το τσιγάρο έχει γεύση πλέον. Τα πάντα έχουν γεύση πλέον. Όχι πολλά φώτα. Πάλι καλά. Ήχοι γνώριμοι. Συνεχόμενοι. Δεν σταματούν ποτέ. Δε σε νοιάζει όμως. Δε σε ενοχλούν. Σκέφτεσαι. Πως έφτασες εδώ. Όχι για πολύ. Δεν χρειάζεται πολύ σκέψη. Ξέρεις τι έχει γίνει. Μόνος. Εκεί. Ξέρεις καλύτερα από όλους. Όλους? Τελικά όχι. Ήχοι πάλι. Διαφορετικοί. Πάλι. Αλλά. Ποιος? Που? Ψάχνεις. Βρίσκεις. Κάθεσαι. Και χωρίς κουβέντα αρχίζεις να βγάζεις κι εσύ παρόμοιους ήχους. Όπως μπορείς. Τσαρούχι πάλι. Δε σε νοιάζει. Βγάζεις ήχους. Και άλλοι δίπλα σου. Και αυτοί. Μαζί σου. Ποιοι είναι αυτοί? Που θες να ξέρω? Μα..? τι...? ...τίποτα. Όλα εκεί. Όλα μαζί. Και όλα χώρια. Σαν κάτι μυρμίγκια που προσπαθούν να πάρουν ένα τεράστιο σκαθάρι στη φωλιά τους. Μόνο που εδώ δεν υπάρχει σκαθάρι. Και τα μυρμίγκια δεν νοιάζονται για την πείνα του χειμώνα. Κάτι θα βρουν. Άλλα μυρμίγκια ίσως. Να μοιράσουν την πείνα τους. Να ταξιδέψουν παρέα με σκαθάρια κ χρυσόμυγες. Νοσταλγώντας αυτή τη στιγμή. Εδώ. Τώρα. Που? Εδώ. Τώρα? Ναι, εδώ, τώρα. Ξέρεις που ήμαστε? Ναι... εκεί που πρέπει. Που? Δες...
είδε.
τέεεεεεεεελειο νικολίιιιιιι ^_^
ΑπάντησηΔιαγραφή